top of page
Search

«Εις το όνομα του Πατρός»

Μέσα στη μεγαλύτερη Νύχτα της ιστορίας του ανθρώπου και στην αγέλαστη προίκα της, αυτή «της ασθενούς ηθικής και της ανολοκλήρωτης πράξης», ανακοινώνονται όπου να 'ναι ημερολογιακά για ακόμα μία χρονιά τα Χριστούγεννα. Μια χρονιά που από κάθε άποψη είναι πολύ διαφορετική από όλες τις προηγούμενες. Όχι μόνο εξαιτίας της αστρολογικής σπανιότητας που συντροφεύει τον ουρανό της, ούτε μόνο εξαιτίας των κοσμικών αλλαγών που εμβαπτίζουν την ανθρωπότητα στην απρόσωπη εποχή των «μασκών». Αλλά μιας χρονιάς, κυρίως διαφορετικής, εξαιτίας της «φλυαρίας» και της «ηγεμονίας» της εικόνας, στο «τέλος ενός ολόκληρου πολιτισμού» που έχει μόλις συμβεί.

Κάπως έτσι, ο εορτασμός των Χριστουγέννων φέτος ΟΦΕΙΛΕΙ να είναι περισσότερο πιστός στην ουσία από κάθε άλλη φορά. Αφού χωρίς αυτήν την ουσία, αυτήν τη φορά, το Άστρο στον ουρανό θα κινδυνεύσει να σβήσει, και ο οποιοσδήποτε «διαλογισμός ή προσευχή», από όπου κι αν προέρχεται, να πάει χαμένος.


Βέβαια πάντα έμοιαζε να μην γνωρίζουμε τι γιορτάζουμε και πότε. Ωστόσο το μόνο σίγουρο είναι, ότι ξεκάθαρα και πλήρως αγνοούσαμε πρωτίστως το πώς. Ενδιαμέσως ενός παραπαίοντα κόσμου λοιπόν, μια συζήτηση για το Μεσσία και τη γέννησή Του, μοιάζει να είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ, ακόμα κι αν συμβαίνει μέσα από το βήμα ενός συνοικιακού βιολογικού παντοπωλείου. Που πριν καν ανοίξει πάντως είχε πρόλαβε να ονειρευτεί εντός του φίλους, καλό τσάι, και διάθεση πέραν των άλλων, για φιλοσοφία.


Η φιλοσοφία και η θεολογία δεν συγκρούστηκαν ποτέ, αδιάφορο τι γράφτηκε στην ιστορία. Όπως δεν συγκρούστηκαν ποτέ ούτε η θεολογία και η επιστήμη στα βάθη τους. Αυτά που πραγματικά είναι, η Φιλοσοφία, η Θεολογία και η Επιστήμη, αποτέλεσαν το «λίκνο» μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε το Φως. Εκείνο που είχε σαν σκοπό την Υγεία και την Τέχνη σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά της ύλης (χωρίς η τελευταία να υποτιμάται ούτε κατά το ελάχιστο στη «συναναστροφή» τους).


Συζητώντας τον Χριστό και τη γέννησή Του εξ ανέκαθεν γεννιόντουσαν μοιραία ερωτήματα, φιλοσοφικά, θεολογικά και επιστημονικά. Πως επιλέγεται ο Μεσσίας και από ποιον; Επιλέγεται για να γίνει Αθάνατος, ή για να γίνει θνητός τελικά; Και γιατί μαθηματικά επιλέγεται ΚΑΠΟΙΟΣ για να κάνει το μεγαλύτερο Έργο στην ιστορία του Ανθρώπου, μόνο αφού πρώτα ξεχάσει ΠΟΙΟΣ ακριβώς είναι; Ο Μεσσίας γεννήθηκε άνθρωπος, και τι άραγε θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Η ουράνια συναστρία αρκούσε από μόνη της για να συλληφθεί το αρχαιότερο δράμα εντός της καρδιάς Του, και ποιο εν τέλει ήταν αυτό;

Από τη μία η μελέτη όλων των παραπάνω ερωτημάτων είναι ένα έργο θεάρεστο, αλλά και μεγάλο. Από την άλλη η ενασχόληση με μικρότερου βεληνεκούς ερωτήματα, όπως το “πότε γεννήθηκε ο Χριστός”, είναι καθοριστική και για τον τρόπο και για την αλήθεια της λατρείας μας.


Η Αγία Γραφή δεν δίνει άμεση απάντηση στο ερώτημα “Πότε γεννήθηκε ο Χριστός;”, αναφέρει ωστόσο δύο γεγονότα που έλαβαν χώρα τον καιρό της γέννησής του, τα οποία μάλλον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Χριστός ΔΕΝ γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου. Πρόκειται για την απογραφή που είχε διατάξει ο Καίσαρας Αύγουστος λίγο πριν την γέννησή του Θεανθρώπου, που παραδοσιακά δεν συνέβαινε ποτέ το χειμώνα, όπως και για το γεγονός ότι οι ποιμένες σύμφωνα με το Κατά Λουκά Ευαγγέλιο, έμεναν στην ύπαιθρο και φύλαγαν τα ποίμνιά τους εκείνη τη νύχτα, κάτι που δύσκολα θα συνέβαινε μέσα στο Δεκέμβριο μήνα.


Σύμφωνα δε και με τις αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης, τόσο ο Ιησούς Χριστός όσο και οι μαθητές του δεν γιόρταζαν ποτέ τα γενέθλια ανθρώπων, ενώ και ο ίδιος είχε ζητήσει ρητά από τους ακολούθους του να τηρούν την ανάμνηση του θυσιαστικού θανάτου του και μόνο. (Λουκ. 22:19, 20) (μην ξεχνάμε ότι οι Ιουδαίοι απέρριπταν τον εορτασμό των γενεθλίων καθώς θεωρούνταν παγανιστική συνήθεια και αυτή είναι η στάση που ακολούθησαν και οι Χριστιανοί κατά τους δύο πρώτους αιώνες της χριστιανικής εκκλησίας).


Ως εκ τούτου ο χρονικός προσδιορισμός της έναρξης εορτασμού των γενεθλίων του Ιησού δεν μπορεί γίνει με βεβαιότητα. Όταν όμως η εκκλησία χρειάστηκε να αποφασίσει μία ημερομηνία γέννησης για Εκείνον, κάπου 3 αιώνες μετά τη γέννησή Του, επέλεξε εκείνη του εορτασμού του Ήλιου, που συνέπιπτε με τη γέννηση του ειδωλολατρικού Θεού Μίθρα των Περσών. Για λόγους που η εκκλησία γνώριζε κι εμείς μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε.

Οπότε τι ακριβώς γιορτάζουμε, πότε και κυρίως πώς; Και εάν ρωτούσαμε Εκείνον, τι άραγε θα μας απαντούσε για το …«πώς»;


Φαντάζεστε μία ημέρα «συστολής» για κάποιον, να αποφασίζαμε εμείς ξεφνικά να την «διαστείλουμε» για να τον ...ευχαριστήσουμε; Μοιάζει με το να διοργανώσουμε ένα πάρτι κρυφά, στο σπίτι ενός ανθρώπου, μία ημέρα δικής του "ακεφιάς", στην οποία εκείνος θα ήθελε την πιο πυκνή ησυχία του…


Θα φανεί παράξενο και το λιγότερο προκλητικό, το καθ΄όλα όμως αληθινό συμπέρασμα, ότι η χαρά και η διαστολή θα πρέπει να ξεχειλίζει το Πάσχα (κατά την Ανάστασή Του), και ότι η λύπη και η συστολή θα πρέπει να είναι το επινόημα της συγκίνησης των γενεθλίων Του. Η ανάγκη ενός Μεσσία το δίχως άλλο καταδεικνύει το λυπηρό των ανθρώπων, ενώ η Ανάληψή Του, το ευτύχημα της θυσίας Του.


(Που ουδέποτε ήταν προδεδικασμένο).


Υγ. Συναντώντας Τον στα χρόνια σε ό,τι κατάφερα να αγαπήσω, μου ήταν δύσκολο να δικαιολογηθώ γι αυτή την ενοχή που επάνω της γυμνάστηκα ως νεαρός. Στην άγνοια και στη συνήθεια. Στην ιδέα του πως ορίστηκαν τα πράγματα και από ποιους.


Γιατί πρόλαβα και είδα αργότερα μέσα στα μάτια Του σκαμμένα τείχη κι αλλότριους στρατούς. Πρόλαβα και είδα στο μέτωπό Του σβησμένες τις ρυτίδες απ' το μέλλον, εκείνης της απροειδοποίητης ημέρας που έρχεται. (Κι ήταν τότε που είδα, ακόμα και τη Νύχτα να σπαράζει πηγαίνοντας βαθύτερα από το Φως. Τότε που πήρα στην πλάτη μου τα δύο Βουνά που ερωτεύτηκα, για να θυμάμαι το πόσο ακλόνητη θα πρέπει να σταθεί η αλήθεια μου επάνω στο τρίτο*). *Απλοέπεια, Βιβλίο Δεύτερο: Τα Τρία Βουνά (Εκδόσεις Ιωλκός)




تعليقات


bottom of page